delta 503
Διαψαίρουσα · διασύρουσα. καὶ Τιμόθεος τὴν ἐκλυομένην καὶ καταρρέουσαν. σημαίνει δὲ καὶ τὴν ἠρεμαίαν κίνησιν. Εὐριπίδης (fr. 926 N. 2 ) ἐπὶ τοῦ καθαίρειν κέχρηται τῇ λέξει, 〈οἷον „γλώσσῃ διαψαίρουσα μυκτήρων τόπουσ“〉.
delta 504
Διαψαίρουσιν (Ar. Av. 1717)· διαπνέουσιν· ψαίρειν γὰρ τὸ πνεῖν οἱ ναυτικοὶ λέγουσι.
delta 505
Διαψαλάττεσθαι · τὸ διαστέλλεσθαι εἰς ἔρευναν· τὸ γὰρ ἀψάλακτον ἄθικτον. οὕτως Κρατῖνος.
delta 506
Διαψήφισις καὶ ἀποψήφισις · οἱ πολῖται συνίασιν ἕκαστοι κατὰ τοὺς αὑτῶν δήμους καὶ περὶ τῶν αἰτίαν ἐχόντων ἢ παρεγγεγραμμένων εἰς τὴν πολιτείαν ψῆφον φέρουσι κρύβδην· οἷον Ἀχαρνεῖς περὶ Ἀχαρνέων καὶ περὶ Ἐλευσινίων οἱ Ἐλευσίνιοι καὶ οἱ λοιποὶ δημόται παραπλησίως. καὶ τοῦτο †διὰ ψήφου†. οἱ μὲν οὖν πλειόνων ψήφων τυγχάνοντες ἀναμφισβητήτως τὴν πολιτείαν ἔχουσιν, ὅσοι δʼ ἂν ἐλάττονας ψήφους λάβωσιν, οὐκέτι νομίζονται, καὶ τοῦτό ἐστιν ἡ ἀποψήφισις.
delta 507
Διαψήφισις · ἰδίως ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς δήμοις ἐξετάσεων, αἳ γίνονται περὶ ἑκάστου τῶν δημοτευομένων, εἰ τῷ ὄντι πολίτης καὶ δημότης ἐστίν, ἢ ξένος ὢν παρεγγέγραπται.
delta 508
Διαψήφισις · ἁπλῶς μὲν τὸ ἐνέγκαι ψήφους, κυρίως δὲ ἡ τῶν δημοτῶν ἐξέτασις, ἣν ἐποιοῦντο ἐν ἑαυτοῖς ἐπὶ τὸ ἀποψηφίσασθαι τοὺς ξένους καὶ ἐκβαλεῖν τοῦ δήμου καὶ τῆς πολιτείας. ἐδίδου δὲ ἕκαστος τῶν δημοτῶν τῷ δήμῳ διαψήφισιν ἰδίαν, εἴτε πολίτην ἐδόκει τὸν ἐξεταζόμενον εἴτε μή. καὶ εἰ ἀπεψηφίσθη παρʼ αὐτῶν, εἰσήγετο εἰς τὸ δικαστήριον καὶ ξενίας ἐκρίνετο. καὶ εἰ μὲν ἑάλω, ἐπιπράσκετο ὡς ξένος. εἰ δὲ ἀπέφυγεν, οἱ δημόται πάλιν αὐτὸν ἀνεδέχοντο.
delta 509
Δίγονος μάσθλης · διπλοῦς ἱμάς. ἢ ὅτι οὐ μόνον κατὰ τὴν βαφὴν ἦν τοιοῦτος, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ αἵματος ἐκέχρωστο. Σοφοκλῆς Ἀνδρομέδᾳ (fr. 125 N. 2 = 129 R.)· „δίδου δαφοινὸν μάσθλητα δίγονον“.
delta 510
Διδάσκαλον · ἰδίως διδασκάλους λέγουσι τοὺς ποιητὰς τῶν διθυράμβων ἢ τῶν κωμῳδιῶν ἢ τῶν τραγῳδιῶν.
delta 511
Διδάσκαλον , οὐ καθηγητὴν λεκτέον. ἰδίως μέντοι διδασκάλους οἱ Ἀττικοὶ τοὺς μουσικοὺς βούλονται καλεῖν. οὕτως Φερεκράτης (fr. novum).
delta 512
Διδαχή · ἀντὶ τοῦ διδασκαλία. Ἡρόδοτος γʹ (134, 4).
delta 513
Δίδραχμον · συντέλεσις, εἰσφορά, λειτουργία. ἔχει δὲ τὸ δίδραχμον οὐγγίας ϛʹ.
delta 514
Δίδυμοι · συνήθως ἡμῖν καὶ οἱ συμφυεῖς, ἰδίως δὲ οἱ μόνοι. ἢ δισσῶς. καὶ „αὐλοῖσι διδύμοισιν“ (τ 227).
delta 515
Διέγνωκα · κέκρικα.
delta 516
Διέθει · διέτρεχεν.
delta 517
Διέβαλεν · ἠπάτησεν. οὕτω Θουκυδίδης.
delta 518
Διεγγύησιν · ἀντὶ τοῦ κατάστασιν ἐγγυητῶν. Δημοσθένης (24, 73).
delta 519
Διειδές · λαμπρόν, διαυγές.
delta 520
Διδαξάμενος · τελέσας τι ὑπέρτερον διδασκάλου.
delta 521
Δίειμι · διέρχομαι.
delta 522
†Δεδιοίκησε† · διέτριψεν.
delta 523
Διεῖπεν · διῴκει, περιήρχετο.
delta 524
Διέζευξε · διεχώρισε. καὶ παρὰ τοῖς μουσικοῖς διεζευγμένον λέγεται τὸ τετράχορδον. καὶ συνεζεῦχθαι λέγουσι τὸ ἐν αὐτῷ εἶναι.
delta 525
Διεκόρησας τὴν παῖδα ·
delta 526
Διεκωδώνισεν · ἀντὶ τοῦ διεπείρασε καὶ ἐξήτασεν. ἡ δὲ μεταφορὰ ἢ ἀπὸ τῶν περιπολούντων τοῖς κώδωσι νυκτὸς τὰς φυλακάς, ἢ ἀπὸ τῶν δοκιμαζόντων τὰς μαχίμους ὄρτυγας τῷ ἤχῳ τοῦ κώδωνος.
delta 527
Διεκοσμήθησαν · διετάχθησαν.
delta 528
Διεκπαίσαντες · διεκτρυπήσαντες, διεκδραμόντες.
delta 529
Διελάφυξας · διερρόφησας, ἀνήλωσας.
delta 530
Διειλκύσθησαν · διέτριψαν, διηνέχθησαν.
delta 531
Διενέγκαντες · ὑπενέγκαντες.
delta 532
†Διεδοιδύκησε† · διέγραψε τῇ χειρὶ στρογγύλην αὐτὴν ποιήσας ὡς δοίδυκα.
delta 533
†Δίεξιν† · διεξέλευσιν.
delta 534
Διʼ ἐνιαυτοῦ · ἀντὶ τοῦ διʼ ὅλου τοῦ ἐνιαυτοῦ. καὶ διʼ ἡμέρας · ἀντὶ τοῦ διʼ ὅλης τῆς ἡμέρας.
delta 535
Διεπηνήκισας (Cratin. fr. 282 K.)· ἐξηπάτησας. ἀπὸ τῆς πηνήκης· τὴν γὰρ περιθέτην οὕτως λέγουσιν, ἣν ἔχοντες ἐξαπατῶσι τοὺς ὁρῶντας.
delta 536
Διέπει · ἐνεργεῖ, διοικεῖ, καθίσταται.
delta 537
Διέπληντο · ἐπεπλήρωντο.
delta 538
Διέπτυξεν · διεσαφήνισεν.
delta 539
Διεπυνθάνετο · ἠρώτα.
delta 541
Διεργασθείς · ἀναλωθείς.
delta 542
Διερειδόμεθα · στηριζόμεθα.
delta 543
Διερικνοῦντο · διεκαμπυλοῦντο.
delta 544
Διερέττοντα · διακωπηλατοῦντα.
delta 545
Διερπύσαι · διελθεῖν.
delta 546
Διέρρει · διεφθείρετο.
delta 547
Δίεσιν · διαχωρισμόν. καὶ ἡ πρώτη κατὰ μουσικῆς ᾠδῆς κίνησις.
delta 548
Διεσαρδώνισεν · διεγέλασεν, οὐκ ἐπὶ διαχύσει, ἀλλʼ οἱονεὶ Σαρδάνιον γέλωτα.
delta 549
Διεσκίασται · ἀποκέκρυπται.
delta 550
†Διεσκεδασμένον† · διατετυπωμένον.
delta 551
Διεσκαριφησάμεθα · σκαριφήσασθαί ἐστι τὸ ἐπισεσυρμένως τι ποιεῖν καὶ μὴ κατὰ τὴν προσήκουσαν ἀκρίβειαν.
delta 551a
〈 Διεσκαριφησάμεθα · ἀντὶ τοῦ διελύσαμεν· σκάριφον γάρ ἐστι τὸ κάρφος καὶ φρύγανον. ἔστι δὲ τὰ τοιαῦτα εὐδιάλυτα καὶ εὐφύσητα. οὕτως Ἰσοκράτης (7, 12)〉.
delta 552
Διεσμιλευμένον · διεσχισμένον, ἠκριβωμένον, ἐξεσμένον, περικεκαθαρμένον.
delta 553
Διέσχεν · διῆλθεν.
delta 554
Διεσπευσάμην · ἀντὶ τοῦ διὰ σπουδῆς ἐποιησάμην. ἢ ἀντὶ τοῦ διεπραξάμην.
delta 555
Διεσπαθικότα · διερριφότα.
delta 556
Διεσφηκωμένον (Ar. Vesp. 1072)· διαδεδεμένον.
delta 557
Διετείνετο · διαρρήδην εἶπεν.
delta 558
†Διετείνετο† · ἰδίως Ἀντιφῶν (5, 46). ἀντὶ τοῦ διὰ συντόνου σπουδῆς ἀπηρνήσαντο.
delta 559
Διευκρινῆ · σαφῆ.
delta 560
Διευκρινημένοι · διακρίνοντες.
delta 561
Διευκρινησάμενος · ἀντὶ τοῦ διαλυσάμενος, ἀπὸ τοῦ εὖ διακρίνειν.
delta 563
Διηθεῖται · ἀφυλίζεται.
delta 564
Διηθεῖν · διϋλίζειν.
delta 565
Διήκει · διέρχεται.
delta 566
Διήκουσαν · διελθοῦσαν, διερχομένην.
delta 567
Διήλλαξεν · ἀντὶ τοῦ μετήλλαξεν, ἐτελεύτησεν.
delta 568
Διηνέχθη · ἐμαχέσατο.
delta 569
Διηρθρωμένον · δεδηλωμένον, ἠκριβωμένον.
delta 570
Διήρκεσεν · διέμεινεν, παρέμεινεν.
delta 571
Διῆρξα · ἀντὶ τοῦ διὰ τέλους ἦρξα. Λυσίας (fr. 177 S.).
delta 572
Διῆρες · ὑπερῷον.
delta 573
Διήρτησεν · ἐξηπάτησεν, ἐπλάνησεν.
delta 574
Διηύθυνεν · ἐκώλυσεν.
delta 575
Διθύραμβος · ὕμνος εἰς Διόνυσον.
delta 576
Διθύροις · διπτύχοις, διπλαῖς θύραις.
delta 577
Διϊέναι · διέρχεσθαι.
delta 578
Διϊείς · διαπέμψας.
delta 579
Διϊκνούμενος · διερχόμενος.
delta 580
Δίϊξις · διεξέλευσις.
delta 581
Διῒ Συκασίῳ · ἀντὶ τοῦ καθαρσίῳ· τῇ γὰρ συκῇ ἐχρῶντο ἐν τοῖς καθαρμοῖς.
delta 582
Διϊστάς · διαχωρίζων.
delta 583
Διΐσταται · διαχωρίζεται.
delta 584
Διιππασία καὶ †Ἀνιππασία† · τῶν ἵππων ἅμιλλα· ὥσπερ δὴ διωμοσία καὶ ἀντωμοσία τὸ αὐτὸ ἄμφω δηλοῖ.
delta 585
Διϊπόλια · ἑορτὴ ἀγομένη Διΐ, Σκιροφοριῶνος μηνὸς ἕκτῃ ἐπὶ δέκα.
delta 586
Δίκη ἐμπορική · ἡ πρὸς τοὺς ἐμπόρους περὶ ὅτου λαγχανομένη. ἦσαν δὲ αὗται ἔμμηνοι ὑπὲρ τοῦ μὴ τρίβεσθαι αὐτοὺς καὶ ἀργεῖν δικαζομένους.
delta 587
Δίκροτος ναῦς · ἡ δύο στοίχους ἐρετῶν ἔχουσα, ὥσπερ τριήρης ἡ τρεῖς λέγεται.
delta 588
Δίκρα · διπλῆ. καὶ δίκροοι ὄφεις παρὰ Ἀριστοτέλει οἱ δικέφαλοι.
delta 589
Δίκρον · τὸ δίκρανον οὕτως ἔλεγον δύο ἐξοχὰς ἔχον, οἷον δίκρανον, δικέφαλον.
delta 590
Δίλογχον Βενδῖν · διαπλάσσεται παρά τισιν ἡ Ἄρτεμις δύο λόγχας ἔχουσα. παρὸ καὶ Ἀθήνησι πομπεύοντες δύο λόγχας ἔχουσι τοῖς Βενδιδείοις. ἢ δύο τιμῶν λελογχυῖαν, οὐρανίων καὶ ἐπιγείων. ἢ τὴν δύο λαμπάδας ἔχουσαν· λόγχας δὲ καὶ ἔγχη τὰς δᾷδας λέγεσθαι.
delta 591
Δικαιότερον σταχάνης ἢ τρυτάνης · ἐπὶ τῶν τὰ δίκαια ἀγαπώντων· σταχάνην γὰρ οἱ Δωριεῖς τὴν τρυτάνην καλοῦσιν, ἴσως παρὰ τὴν στάσιν.
delta 592
Δικαιογένης · ὄνομα κύριον, ὃς τραγῳδίας (TrGF 52 T 1) καὶ διθυράμβους ἔγραψεν.
delta 593
Δικαιόπολις · πόλις ἐν Θρᾴκῃ.
delta 594
Δικαιώσεις · Λυσίας (9, 8) τὰς δικαιολογίας, Θουκυδίδης δὲ τὰς κολάσεις λέγει (8, 66, 2).
delta 595
Δικαιοῦν · δύο δηλοῖ· τό τε κολάζειν καὶ τὸ δίκαιον νομίζειν. οὕτως Ἡρόδοτος (1, 100, 2 et 3, 42, 2).
delta 596
Δίκας πραττόμενοι ·
delta 597
Δικασπόλοι · δικασταί.
delta 598
Δίκη · ἡ ὑπὲρ ἰδιωτικῶν ἀδικημάτων συνισταμένη κατηγορία καὶ ἧς τὸ τίμημα ὥρισται τοῖς νόμοις.
delta 599
Δίκη δίκην ἔτικτε καὶ βλάβη βλάβην · ἐπὶ τῶν φιλοδίκων καὶ συνειρόντων δίκας δίκαις.
delta 600
Δίκη · κρίσις. καὶ σημαίνει μὲν καὶ ἄλλα, ἰδίως δὲ ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων λέγεται, ὡς Δημοσθένης ἐν τῷ κατὰ Κόνωνος δῆλον ποιεῖ (54, 1).
delta 601
Δείκηλα · μιμήματα, εἰκάσματα.
delta 602
Δίκης · δικαιοσύνης ἢ τιμωρίας.
delta 603
Δικητροπεῖ · φυγαδεύει.
delta 604
Δίκης ἀνάκρισις · οὐ πάσας δίκας κελεύουσιν οἱ νόμοι εἰσάγεσθαι, ἀλλʼ ὅταν ὁ φεύγων ἀντιλέγῃ καὶ παραγράφηται, λέγων εἰσαγώγιμον μὴ εἶναι αὐτήν, πρότερον ἐπὶ τούτῳ γίνεται κρίσις, ἥτις δίκης ἀνάκρισις λέγεται.
delta 605
Δικαιούμενος · κολαζόμενος. δίκης τυγχάνων.
delta 606
Δικαιωτήρια (Pl. Phaedr. 249a)· οἷον δικαστήρια.
delta 607
Δίκορσον · δικόρυφον.
delta 608
Δικορραφεῖν · δίκας συρράπτειν, ἐν τοῖς δικαστηρίοις ἀναστρέφεσθαι.
delta 609
Δικραές · δικέφαλον.
delta 610
Δικτάτωρ · ὁ διπλασίαν τὴν ἀρχὴν ἔχων, ὃς παρὰ Ῥωμαίοις δισύπατος καλεῖται. ἀρχὴ δʼ ἦν πρόσκαιρος, οὐ διὰ βίου, καὶ ἀνεύθυνος.
delta 611
Δικτυωτή · καγκελλωτή.
delta 612
Δικτύῳ ἄνεμον θηρᾷ · ἐπὶ τῶν μάτην καὶ ἀνοήτως τι ποιούντων.
delta 613
Διλήμματον · διχῶς νοούμενον.
delta 614
Δῖναι · αἱ τῶν ὑδάτων συστροφαί.
delta 615
Δῖνος · σχῆμα χορικόν.
delta 616
Δίκυμα · τὰ διδυμοτόκα πρόβατα.
delta 617
Δινεύοντες · στρέφοντες.
delta 618
Δινήεντος · δίνας ἔχοντος, συστροφὰς ὕδατος περιφερεῖς τινας πεποιημένας.
delta 619
Δινήσας · στρέψας.
delta 620
Δίνης · συστροφῆς ὑδάτων.
delta 621
Διογενές · εὐγενέστατον.
delta 622
†Διοβελία† · δύο ὀβολοί.
delta 623
Διοικιεῖν · ἀντὶ τοῦ διαιρήσειν, ὥστε μὴ ἐν ταὐτῷ πάντας οἰκεῖν, ἀλλὰ χωρὶς καὶ κατὰ μέρος.
delta 624
Διμοιρίτης †τοῦτο† ἐνίοτε τριώβολον ἀποδεδώκασιν, ἐπειδὴ τοῦτο δίμοιρόν ἐστι τῆς δραχμῆς. ὁ οὖν τοῦτο λαμβάνων στρατιώτης διμοιρίτης ἐλέγετο. ἔστι δέ τις καὶ στρατιωτικὴ ἀρχή, ὡς λοχαγός, διὰ τὸ παρὰ τοὺς ἄλλους στρατιώτας δύο μοίρας λαμβάνειν.
delta 625
Διοιδηκώς · πεφυσημένος.
delta 626
Διοιδούντων · ἐκφυσώντων.
delta 627
Διοικίζεσθαι · χωρίζεσθαι.
delta 628
Διοικίσαι τοῦ συνοικίσαι 〈διαφέρει〉 · συνοικίζει μὲν γάρ τις τοὺς διεσπαρμένους εἰς ἕν, διοικίζει δὲ ἀπὸ ἑνὸς χωρίου εἰς πολλοὺς διανέμων τόπους.
delta 629
Διοικητής · ὁ ἐπὶ τῶν ἀναλισκομένων. καὶ ἀρχὴ Ἀθήνησιν ὁ ἐπὶ τῆς διοικήσεως, οἷον τῶν προσιόντων τῇ πόλει καὶ ἀναλισκομένων.
delta 630
Διολούφειν · τὸ διατίλλειν.
delta 631
Διολκή · †ἀνακωχὴ χρόνου†.
delta 632
Διωλύγιον · ἄνυδρος τόπος.
delta 633
Διωλύγιον · τὸ μέγα. Ἰσαῖος (fr. 123 S.) καὶ Πλάτων (Theaet. 162a. Leg. 10, 890e).
delta 634
Διοίσασα · διαπεράσασα.
delta 635
Διοίσειν · διαφέρειν.
delta 636
Διομεῖς · δῆμος τῆς Ἀττικῆς ἐν ᾧ ὁ Ἡρακλῆς.
delta 637
Διομήδειος ἀνάγκη · παροιμία ἀπὸ τοῦ Τυδέως ἢ ἀπὸ τοῦ Θρᾳκός, ὃς ἠνάγκαζε τοὺς ξένους αἰσχραῖς οὔσαις ταῖς θυγατράσιν αὐτοῦ μίσγεσθαι, ἃς καὶ ἵππους ἀλληγορεῖ, εἶτα ἀνῄρει. οἱ δὲ ὅτι Διομήδης καὶ Ὀδυσσεὺς τὸ Παλλάδιον κλέψαντες νυκτὸς ἐπανῄεσαν. ἑπόμενος δὲ ὁ Ὀδυσσεὺς τὸν Διομήδην ἐβουλήθη ἀποκτεῖναι. ἐν τῇ σελήνῃ δὲ ἰδὼν τὴν σκιὰν τοῦ ξίφους ὁ Διομήδης δήσας τὸν Ὀδυσσέα ἐποίησε προάγειν παίων αὐτοῦ τῷ ξίφει τὸ μετάφρενον. τάττεται δὲ ἐπὶ τῶν κατὰ ἀνάγκην τι πραττόντων.
delta 638
Διωμοσία καὶ ἀντωμοσία · ὅταν οἱ κατηγοροῦντες ὀμνύωσιν, ὡς ἀληθῶς κατηγοροῦσι, τοῦτο διωμοσία· ὅταν δὲ οἱ κατηγορούμενοι ὀμνύωσι τὸν αὐτὸν ὅρκον διαλυόμενοι τὰ ἐγκλήματα, τοῦτο ἀντωμοσία.
delta 640
Διονύσιον · τὸ ἱερὸν τοῦ Διονύσου.
delta 641
†Διόνεια · δῆμος Αἰνηΐδος†.
delta 642
Διόπαι · ἐνώτια. τινὲς δὲ εἶδος ὑποδημάτων.
delta 643
Διοπετές · ἐξ οὐρανοῦ κατερχόμενον.
delta 644
Δίοποι · βασιλεῖς. παρὰ τὸ διόπτειν ἢ διοπτεύειν.
delta 645
Δίοπος · ναυφύλαξ, ἄρχων, ναύαρχος, οὐχὶ πρῳρεύς, ὥς τινες νομίζουσιν· οὐ γὰρ ὡς προόπτης τις ὠνόμασται, ἀλλʼ ὡς ἐπισκοπῶν καὶ ἐφορῶν. ἔστι καὶ παρὰ Δημοσθένει ὁ διϊθύνων τὴν ναῦν.
delta 646
Διοπομπεῖσθαι · τὸ ἀποτρέπεσθαι καὶ ἀποπέμπεσθαι τὸν προστρόπαιον Δία.
delta 647
Διοπτεύσων (K 451)· διοψόμενος, κατασκοπήσων.
delta 648
Διοπομπεῖσθαι · ἀποτροπιάζεσθαι καὶ ἀποκαθαίρεσθαι.
delta 649
Διοπτεύων · δίοπος λέγεται ὁ διέπων καὶ ἐποπτεύων.
delta 650
Διοπτῆρα (K 562)· κατάσκοπον, οἰκονόμον.
delta 651
Διοριστέον · διαχωριστέον.
delta 652
Διόρμησον · κατασκεύασον, εὐτρέπισον, ἕτοιμον ἀπέργασαι.
delta 653
Διὸς ἄνθος · φυτὸν ἀκανθῶδες.
delta 654
Διὸς βαλάνους (Hermipp. fr. 63, 20 K.)· ἃ καὶ καστάνια καλοῦσί τινες.
delta 655
Διὸς ἐγκέφαλος · τὸ κάλλιστον βρῶμα.
delta 656
Διὸς Κόρινθος · ἐπὶ τῶν τὰ αὐτὰ λεγόντων παροιμία. ἐρρέθη δὲ διʼ αἰτίαν τοιαύτην· Μεγαρεῖς ὑπακούοντες Κορινθίοις ἐβαροῦντο τοῖς ἐπιτάγμασι καὶ φανεροὶ δυσανασχετοῦντες ἦσαν ἐπὶ τούτῳ. Κορινθίων δὲ πρέσβεις ἦλθον εἰς τὰ Μέγαρα καὶ τοῦ δήμου μὴ προσέχοντος αὐτοῖς ἀγανακτοῦντες ἐβόων· „οὐκ ἀνέξεται ταῦτα 〈ὁ〉 Διὸς Κόρινθοσ“. φασὶν οὖν τοὺς Μεγαρεῖς ἐκβάλλοντας αὐτοὺς παίειν καὶ λέγειν· „παῖε τὸν Διὸς Κόρινθον“.
delta 657
Διὸς κῴδιον · οὗ τὸ ἱερεῖον Διῒ τέθυται. θύουσι δὲ τῷ τε Μειλιχίῳ καὶ τῷ Κτησίῳ Διΐ. τὰ δὲ κῴδια τούτων φυλάσσουσι δῖα προσαγορεύοντες. χρῶνται δʼ αὐτοῖς οἵ τε Σκιροφορίων τὴν πομπὴν στέλλοντες καὶ ὁ δᾳδοῦχος ἐν Ἐλευσῖνι καὶ ἄλλοι τινὲς πρὸς τοὺς καθαρμοὺς ὑποστρωννύντες αὐτὰ τοῖς ποσὶ τῶν ἐναγῶν.
delta 658
Δίοψις · διάβλεψις, διάσκεψις.
delta 659
Διὸς ψῆφος · οὕτως καλεῖται, ἐν ᾧ Ἀθηνᾶ καὶ Ποσειδῶν ἐκρίθησαν. Κρατῖνος Ἀρχιλόχοις (fr. 7 K.)· „ἔνθα Διὸς μεγάλου θᾶκοι πεσσοί τε καλοῦνται“· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ ἐκρίθησαν, Διὸς ψῆφος καλεῖται. τάττεται δὲ ἡ παροιμία ἐπὶ τῶν ἱερῶν καὶ ἀθίκτων.
delta 660
Διοτρεφής · ὑπὸ Διὸς τεθραμμένος.
delta 661
Διότι · ἔσθʼ ὅτε καὶ ἀντὶ τοῦ ὅτι λαμβάνεται· οὕτω γὰρ ἄλλοι πολλοὶ καὶ Ἱεροκλῆς (fr. 4 Arnim).
delta 662
Διότιμος · κύριον. καὶ Διόφαντος ὁμοίως.
delta 663
Διποδία · εἶδος Λακωνικῆς ὀρχήσεως.
delta 664
Διπτύχια · δύο περιβόλαια ἔχοντα, ὡς τὸ μὲν ὑπεστρῶσθαι, τὸ δὲ ἕτερον †ὑποβεβλῆσθαι†.
delta 665
Δίπυρον · Δωρίδα ἑταίραν δύο ἐραστὰς ἔχουσαν. οὕτω Μένανδρος (fr. novum).
delta 666
Δίρκοι · φθεῖρες.
delta 667
Δίσεπτα · ὑφʼ ἓν λέγειν καὶ τὴν πρώτην συλλαβὴν ὀξυτονεῖν ἀξιοῦσιν Ἀττικοί.
delta 668
Δὶς ἑπτὰ πληγαῖς πολύπους πιλούμενος · ἐπὶ τῶν κολάσεως ἀξίων. παρʼ ὅσον ὁ πολύπους θηρευθεὶς τύπτεται πολλάκις πρὸς τὸ πίων γενέσθαι.
delta 669
Δισκεύων · ἐκδεχόμενος, κυλίων.
delta 670
Δίστομον · τὸν διπλοῦν λέγουσιν.
delta 671
Διφᾶν · ζητεῖν. {καὶ ὑπὸ τρυφῆς διαρρεῖν}.
delta 672
Διφροφόροι · Στράττις ἐν Ἀταλάνταις (fr. 8 K.). διφροφορουμένους · Ἡρόδοτος (3, 146, 3) τοὺς παρὰ Πέρσαις φορείοις φερομένους.
delta 673
Δίφρον · ἅρμα ἢ καθιστήριον.
delta 674
Δίφορος · συκῆ τις. Ἀριστοφάνης (Eccl. 708).
delta 675
Διφυᾶ · δύο φύσεις ἔχοντα.
delta 677
Διχοφορία · ἡ εἰς δύο διαμεριζομένη.
delta 678
Διχομηνιαία · πεντεκαιδεκαταία τοῦ μηνὸς ἢ τῆς σελήνης.
delta 679
Δίωκε · ἀντὶ τοῦ κατάτρεχε.
delta 680
Δίωκε · ζήλου, ἐπιτήδευε.
delta 681
Διωθούμενοι · ἀνατρεπόμενοι, ἐκβαλλόμενοι.
delta 682
Διῳκισμένος · κεχωρισμένος.
delta 683
Διωλύγιον · μέγα, ἐπὶ πολὺ διῆκον, διʼ ὅλου τοῦ πράγματος 〈ἰόν〉, μακρόν. Αἰολεῖς δὲ τὸ μὴ ἀπολλύμενον.
delta 684
Διωλύγιον κακόν · ἐπὶ τῶν μέγα τι καὶ δεινὸν ὑφισταμένων· διωλύγιον γάρ ἐστι τὸ μέγα καὶ 〈ἐπὶ〉 πολὺ διῆκον. οὕτως „οὐ μακρὰ καὶ διωλύγιος φλυαρία“. Πλάτων (Theaet. 162a).
delta 685
Διωμοσία · ὅρκοι οἱ ὑπὸ τῶν δικαζομένων γινόμενοι, τοῦ μὲν ὀμνύοντος ὅτι παθὼν ἐγκαλεῖ, τοῦ δὲ ὅτι οὐκ ἐποίησεν.
delta 686
Διωμοσία · 〈ὅρκος ἐστίν, ὃν〉 ὤμνυον καὶ οἱ φόνου ἀγῶνα διώκοντες καὶ οἱ φεύγοντες καὶ μετὰ τὸ εἰπεῖν τὸν πάντα λόγον καὶ πρὸ τοῦ εἰπεῖν· ὁ μὲν ἦ μὴν τὰ ἀληθῆ κατηγορήσειν, ὁ δὲ ἦ μὴν τὰ ἀληθῆ ἀπολελογῆσθαι. καὶ ἐπενεχθείσης δὲ λοιπὸν ἤδη τῆς ψήφου πάλιν ὤμνυεν ὁ κρατήσας, ἦ μὴν δικαίως νενικηκέναι ἐξώλειαν αὑτῷ ἐπαρώμενος, εἰ ἐξηπάτησεν.
delta 687
Διώνυμον · διαβόητον, ὀνομαστόν, περίφημον.
delta 688
Διωρυχή · διάνοιξις τοίχων ἢ χωμάτων ἢ ποταμῶν.
delta 689
Διωρίζετο · διεβεβαιοῦτο.
delta 690
Διωσόμεθα · ἀπωσόμεθα καὶ πεμψόμεθα.
delta 691
Διωστῆρσιν (Exod. 38, 10)· ἀναφορεῦσι τοῖς ἀναβαστάζουσιν.
delta 692
Δμηθέντα · δαμασθέντα, ὑπείξαντα.
delta 693
Δνοπαλίξεις · τουτέστι διὰ τῶν χειρῶν κινήσεις καὶ δονήσεις καὶ ἐκτινάξεις.
delta 694
Δνοφερόν · μέλαν, σκοτεινόν.
delta 695
Δοάζω · ἀμφιδοξῶ.
delta 696
Δογματίζει · θεολογεῖ, φυσιοῦται.
delta 697
Δόκησις · ὑπόνοια. ἢ τὸ μὴ ὄν, νομιζόμενον δέ. ὅ ἐστι φαντασία καὶ σκιὰ καὶ ὄναρ.
delta 698
Δοκεῖν · ὅταν ἔξωθέν τι προσδοκῶμεν.
delta 699
Δοκιμάσας · κρίνας.
delta 700
Δοκιμασθείς · Δημοσθένης μὲν (30, 6) ἀντὶ τοῦ εἰς ἄνδρας ἐγγραφείς· λέγει γὰρ καὶ ἐπὶ τῶν ἀρχόντων τὸ δοκιμασθῆναι (57, 25). ἐλέγετο δὲ καὶ ἐπὶ τῶν πολιτευομένων τὸ δοκιμασθῆναι, εἰ καὶ μηδʼ ἥντινα ἦρχον ἀρχήν. ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτῶν ἐξητάζετο ὁ βίος. Λυκοῦργος δὲ (fr. 18 C.) τρεῖς δοκιμασίας φησὶ κατὰ τὸν νόμον γίνεσθαι· καὶ γὰρ μία μέν ἐστιν, ἣν οἱ ἐννέα ἄρχοντες δοκιμάζονται· ἄλλη δέ, ἣν οἱ ῥήτορες, τρίτη δέ, ἣν οἱ στρατηγοί. λέγει δὲ ἐν τῷ αὐτῷ λόγῳ καὶ ἱππέων δοκιμασίαν.
delta 701
Δόκωσις · ἡ στέγη.
delta 702
Δοκιμασίαν ἐπαγγεῖλαι · τὸ δίκην ἑταιρήσεώς τινα καταγγεῖλαι. γίνεται δὲ ἡ τῆς ἑταιρήσεως δοκιμασία οὐ πᾶσιν, ἀλλὰ πολιτευομένοις ῥήτορσι καὶ ψηφίσματα γράφουσιν.
delta 703
Δοκιμασία · ἰδίως ἡ τῶν στρατηγῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀρχόντων καὶ ῥητόρων ἐξέτασις, εἰ προΐστασθαι τῶν πολιτικῶν ἐπιτήδειοί εἰσιν.
delta 704
Δολιχά · μακρά, πολλά.
delta 705
Δόλιχον · τὸ ἀγώνισμα. Ἐπίχαρμος.
delta 706
Δολιχεύειν · περιοδεύειν.
delta 707
Δολιχὸν κύκλον · μακρόν, πολύν.
delta 708
Δολομήτης · δολιόβουλος.
delta 709
Δόνακα ὑπολύριον (Ar. Ran. 233)· πρότερον ταῖς λύραις ἀντὶ κέρατος ὑπετίθεσαν καλάμους.
delta 710
Δόνακες · κάλαμοι ἁλιευτικοί. ἢ αὐλοί.
delta 711
Δόξα · ὑπόνοια, ὑπόληψις.
delta 712
Δοξάριον · δόξα ὑποκοριστικῶς.
delta 713
Δοξοκοπία · κενοδοξία.
delta 714
Δοξασίας · δόξης, ὑπολήψεως. Δίων ἐν Ῥωμαϊκῶν νγʹ (19, 6)· „προσέσται δὲ καὶ τῆς ἐμῆς δοξασίασ“.
delta 715
†Δοξίας · ὁμοίως†.
delta 716
Δόρατα · λογχάρια.
delta 717
Δορπία · ἡ πρώτη ἡμέρα ἡ τῶν Ἀπατουρίων· ἡ δὲ ἑξῆς Ἀνάρρυσις, ἡ δὲ τρίτη Κουρεῶτις.
delta 718
Δόρπιστος · δείπνου ὥρα.
delta 719
Δορίδες · σκεύη μαγειρικά.
delta 720
Δόρπος · δεῖπνος, βορά.
delta 721
Δορυξεῖον · †δορύξεστον†.
delta 722
Δόρυ ἐπʼ ἐκφορᾷ · ἔθος ἦν ἐπάγεσθαι δόρυ καὶ πηγνύναι τοῖς τάφοις τῶν βιαίως ἀνῃρημένων εἰς παράστασιν τῆς μιαιφονίας.
delta 723
Δόρυ κηρύκειον · παροιμία ἐπὶ τῶν ἅμα παρακαλούντων καὶ ἀπειλούντων. οἱ δεκατευθέντες εἰς Δελφοὺς ὑπʼ Ἀθηναίων Γεφυραῖοι λαβόντες χρησμὸν (Delphic Oracle II 312 P.—W.) „ἀνδρὶ Γεφυραίῳ φίλος οἶκοσ“, ἀκολουθοῦντες βουσίν, ἕως ἂν ἐκεῖνοι κοπιάσωσιν, ὡς ὁ θεὸς αὐτοῖς ἔχρησεν, ὅπως ἐκεῖ καταμείνωσιν, πολεμουμένων Ἀθηναίων ὑπὸ Εὐμόλπου ἐπὶ τὴν Τάναγραν καλουμένην ὥδευσαν, δόντες μὲν τῷ προηγουμένῳ κηρύκειον, καθοπλίσαντες δὲ κατόπιν τοὺς νέους.
delta 724
Δορύξενος · ὁ ἐκ τῶν πολεμίων φίλος, ὁ πρεσβεύων περὶ λύτρων, εἰ ζωγρηθεῖέν τινες.
delta 725
Δορύκτητος · αἰχμάλωτος.
delta 726
Δορυφορεῖ · τιμὴν περιποιεῖ.
delta 727
Δορύληπτος · αἰχμάλωτος.
delta 728
Δορυφόροι · φύλακες, ὑπηρέται βασιλέως, ὁπλοφόροι, ὑπασπισταί.
delta 729
Δούλων πόλις · ἐν Λιβύῃ. Ἔφορος πέμπτῃ (FGrHist 70 F 50). καὶ ἑτέρα ἱεροδούλων, ἐν ᾗ εἷς ἐλεύθερός ἐστιν. ἔστι δὲ καὶ ἐν Κρήτῃ Δουλόπολις, ὡς Σωσικράτης 〈ἐν τῇ πρώτῃ τῶν Κρητικῶν〉 (FGrHist 461 F 2). ἔστι δέ τις καὶ περὶ Θρᾴκην Πονηρόπολις, ᾗ Φίλιππόν φασι συνοικίσαι τοὺς ἐπὶ πονηρίᾳ διαβαλλομένους αὐτόθι συναγαγόντα συκοφάντας, ψευδομάρτυρας καὶ τοὺς συνηγόρους καὶ τοὺς ἄλλους πονηροὺς ὡς δισχιλίους, ὡς Θεόπομπος ἐν ιγʹ τῶν Φιλιππικῶν φησι (FGrHist 115 F 110).
delta 730
Δούπησεν (Δ 504)· ἔπεσεν, ὥστε ψόφον ἀποτελέσαι.
delta 732
Δουροδόκης (α 128)· τῆς τὰ δόρατα δεχομένης.
delta 733
Δορίσκος · χωρίον Θρᾳκικόν.
delta 734
Δόσις · ἰδίως λέγεται παρὰ τοῖς ῥήτορσι συμβόλαιον γραφόμενον, ὅταν τις τὰ αὑτοῦ διαδῷ διὰ τῶν ἀρχόντων.
delta 735
Δοχμόλοφοι · ἐκ πλαγίων τοὺς λόφους ἔχοντες.
delta 736
Δόχμη · σπιθαμή.
delta 738
Δραμητέον καὶ τροχαστέον.
delta 739
Δράγματα · χειρόληπτα θερίσματα.
delta 740
Δρακοντίδης · εἷς τῶν λʹ.
delta 741
Δράκων · ἐπιφανέστατος γέγονε νομοθετῶν.
delta 742
Δραπετίνδα · παιδιᾶς εἶδος. {ὅταν ἑτέρῳ δείξαντες ἄλλῳ μεθῶσιν}.
delta 743
Δρᾶμα · ποίημα, πρᾶγμα, ὡς καὶ δρᾶσαι πρᾶξαι. λέγεται δὲ δρᾶμα καὶ τὰ ὑπὸ τῶν θεατρικῶν μιμηλῶς γινόμενα ὡς ἐν ὑποκρίσει.
delta 744
Δραματουργήσας · συνθείς.
delta 745
Δραπετεύσας · φυγών.
delta 747
Δράσας · ποιήσας.
delta 748
Δρασκάζειν · περιΐστασθαι.
delta 749
Δραστήριος · πρακτικώτατος.
delta 750
†Δραύκαλος† · Σοφοκλῆς Τυμπανισταῖς (fr. 585 N. 2 = 643 R.). ἐπεὶ ἡ Ἀθηνᾶ δοκεῖ παρʼ αὐταῖς αὐλίσαι τὸν δράκοντα ταῖς Κέκροπος θυγατράσιν. ὅτι συναυλίζονται κατὰ τὸ εἰκὸς Κέκροπι ὄντι διφυεῖ. ὅτι συναυλίζεται μία τῶν ἐν τῇ ἀκροπόλει δράκοντι προσημερεύουσα τῇ θεῷ.
delta 751
Δραχμήν · ἐπὶ χρυσίου λέγουσιν, ὅταν ἕλκῃ μὲν ἡμίχρυσον, ἰσχύῃ δὲ δραχμὰς ιʹ.
delta 752
†Δρέμνα† · κλάσμα.
delta 753
Δρεπανηφόρος · ξιφοφόρος.
delta 754
Δρέπεται · θερίζεται, τρυγᾶται, ἀπανθίζεται.
delta 756
Δρεφθῆναι · ἀποδρεπανισθῆναι.
delta 757
Δρογγίλον · χωρίον Θρᾳκικόν.
delta 758
Δρόμοις · τοῖς γυμνασίοις κατὰ Κρῆτας.
delta 759
Δρομοκήρυκες · ἡμεροδρόμοι.
delta 760
Δρόμοι · οἱ περίπατοι.
delta 761
Δρομοκήρυκες · οἱ δρόμῳ τι ἀπαγγέλλοντες καὶ σημαίνοντες.
delta 762
Δρυαχαρνεῦ · δρύϊνε Ἀχαρνεῦ, ἀναίσθητε· ἐκωμῳδοῦντο γὰρ οἱ Ἀχαρνεῖς ὡς ἄγριοι καὶ σκληροί (com. adesp. fr. 75 K.), Ποτάμιοι δὲ ὡς ῥᾳδίως δεχόμενοι τοὺς παρεγγράφους. 〈Θυμοιτάδαι καὶ Προσπάλτιοι ὡς δικαστικοί〉.
delta 763
Δρυμός · 〈ἐν τῷ Παραπρεσβείασ〉 Δημοσθένης (19, 326). πόλις ἐστὶ μεταξὺ Βοιωτίας καὶ τῆς Ἀττικῆς.
delta 764
Δρυμός · χωρίον τῆς Ἀττικῆς.
delta 765
†Δρυμαράξεις† · σπαράξεις.
delta 766
Δρύϊνος · ξύλινος, ὡς ἄν τις εἴποι λίθινος· πᾶν γὰρ ξύλον δρῦς καλεῖται κατὰ τὸ ἡγεμονικόν. ἀπὸ τούτου καὶ τὰ ἀκρόδρυα. καὶ δρύφακτοι καὶ δρυμοὶ καὶ δόρατα καὶ δούρειος ἵππος καὶ δρυπεπεῖς ἐλαῖαι.
delta 767
Δρύοχοι · δρυόχους ἐν Τιμαίῳ (81b) καλεῖ τὰ στηρίγματα τῆς πηγνυμένης νεώς.
delta 768
Δρυοπαγῆ στόλον · τὸν δρύϊνον στόλον.
delta 769
Δρυπεπής · ὁ πέπειρος καρπὸς τῶν δένδρων.
delta 770
Δρυπολεῖν · τὸ ξύλοις πολιορκεῖν.
delta 771
Δρύπτεται · ξύεται.
delta 772
Δρῦς · εἶδος δένδρου. καὶ πᾶν δένδρον.
delta 773
Δρῦς · ἔστι μὲν πόλις ἐν Ἠπείρῳ, ἔστι δὲ καὶ ἑτέρα ἐν Θρᾴκῃ.
delta 774
Δρυτόμος · ὑλοτόμος, δενδροτόμος.
delta 775
Δρύφακτοι · ξύλινοι θώρακες. τὰ διαφράγματα ἢ τὰ περιτειχίσματα.
delta 776
Δρυφάκτους · τὰς θύρας τοῦ δικαστηρίου, ἃς καὶ κιγκλίδας ἔλεγον. φασὶ δὲ καὶ οὓς ἡμεῖς †ἐπανωγέω† περιπάτους λέγομεν.
delta 777
Δρύφεσθαι · περαίνεσθαι.
delta 778
Δρύφη · ξέσματα.
delta 779
Δρύψαι · ἀποξέσαι.
delta 780
Δρωπακίζεσθαι · οἱ μὲν ψιλίζειν, οἱ δὲ λεαίνεσθαι, οἱ δὲ πιττοκοπεῖν.
delta 781
†Δρώπειν† · διασκώπτειν.
delta 782
Δρώμενα · πραττόμενα, ἐνεργούμενα.
delta 783
†Δυάζει† · φλυαρεῖ, ἀλογεῖ.
delta 784
Δύης · κακοπαθείας· δύη γὰρ ἡ δυστυχία. ὅθεν καὶ δοῦλος· δύηλός τις ὤν.
delta 785
Δῦναι · κατελθεῖν. ἢ εἰς δύσιν ἀπελθεῖν.
delta 786
Δύο τοίχους ἀλείφεις · λέγεται ἐπὶ τῶν ἐπαμφοτεριζόντων καὶ διὰ μέσου χωρούντων ἐν μάχαις ἢ φιλίαις. εἴρηται δὲ ἴσως ἀπὸ τῶν δύο τοίχους εὐφεγγέας ποιούντων.
delta 787
Δυοῖν · ἀντὶ τοῦ δύο.
delta 788
{δυσαγώγους, δυσμετόχους, τοὺς ἐκ μεταφορᾶς τῶν ἵππων· ἡνίαι γὰρ τὰ λῶρα}.
delta 789
Δυσάγωγος · δυσχερής, ἀπειθής.
delta 790
Δῦσαι · ἀποδῦσαι.
delta 791
Δυσάλγητος · ἀσυμπαθής.
delta 792
Δυσαλθής · δυσίατος.
delta 793
Δυσάλωτον · δύσληπτον.
delta 794
Δυσανασχετοῦσι · βαρέως οἴσουσι, παραιτοῦνται.
delta 795
†Δυσάνισος† · Ἀντιφῶν (87 B 89 D.—K.). ὁ ἐπὶ παντὶ ἀνιώμενος, κἂν μικρὸν κἂν εὐκαταφρόνητον ᾖ.
delta 796
Δυσάντητον · δυσχερές, δυσαπάντητον.
delta 797
Δυσαρεστούμενος · μὴ ἀρεσκόμενος.
delta 798
Δυσαύλης · οὗτος αὐτόχθων μὲν ἦν, συνῴκησε δὲ Βαυβοῖ καὶ ἔσχε παῖδας Πρωτονόην τε καὶ Νῆσαν.
delta 799
†Δυσβάρκανος† · δυσκατανόητος· βράκανα γὰρ ἄγρια λάχανα δύσπλυτα.
delta 800
Δυσαριστοτόκεια (Σ 54)· δυστυχῶς τὸν ἄριστον τεκοῦσα. ἢ διὰ τὴν ἀριστείαν δύστηνον.
delta 801
Δυσαχθές · βαρύ, ἀβάστακτον.
delta 802
Δυσβουλία · κακοβουλία.
delta 803
Δυσγενής · ὁ ἐκ κακοῦ γένους.
delta 804
Δυσγάργαλις · δυσυπότακτος· γαργαλίζειν γὰρ τὸ εἰς γέλωτα κινεῖν καὶ πείθειν.
delta 805
Δυσδιάλλακτον · †δυσθρήνητον†.
delta 806
Δυσδιάφευκτον · δυσχερῶς λανθάνον.
delta 807
†Δυσεάκτου† · δυσθρηνήτου.
delta 808
Δυσέκλυτα · δυσχερῶς λυόμενα.
delta 809
Δύσερμος · ὡς δύσελπις.
delta 810
Δυσέκτων · δυσγνωμόνων.
delta 811
Δυσέμβολος · δυσεπιχείρητος.
delta 812
Δυσερμίας · κακῆς ἀποτυχίας· εὐερμίαν γὰρ τὴν ἐπιτυχίαν καλοῦσιν.
delta 813
Δυσέξοιστον · δυσεκκόμιστον.
delta 814
Δύσεριν · φιλόνεικον. παρὰ τὸ δυς, ὅ ἐστι κακόν, καὶ τὴν ἔριν.
delta 815
Δύσερως · κακὸς ἔρως.
delta 816
Δυσθήρατος · δυσεύρετος.
delta 817
Δυσθύροις · δυσφυλάκτοις.
delta 818
Δυσήνεμον · τὸ κακοὺς ἀνέμους ἔχον, δυστάραχον.
delta 819
Δυσηκεῖ · δυσιάτῳ.
delta 820
Δυσηνίους · δυσπειθεῖς, ἀνυποτάκτους, δυσαγώγους, δυσμετόχους, 〈τοὺς ἐκ μεταφορᾶς τῶν ἵππων· ἡνίαι γὰρ τὰ λῶρα〉.
delta 821
Δυσήνυτον · δυσκατόρθωτον.
delta 822
Δυσῆρες · δυσχερές.
delta 823
Δυσκάθεκτον · δυσνόητον, ἀκατάληπτον.
delta 824
Δυσκελάδου (Π 357)· κακοήχου.
delta 825
Δυσκλεές · ἄδοξον, ἄτιμον, ἀπρεπές.
delta 826
Δύσλοφα · χαλεπῶς φερόμενα.
delta 827
Δύσκωφος · ὁ ἐκ μέρους ἀκούων.
delta 828
Δυσμαῖς βίου · τῷ τέλει τῆς ζωῆς.
delta 829
Δυσμένεια · ἔχθρα, κακόνοια.
delta 830
Δύσμηνις · βαρύθυμος, ὀργίλος, μνησίκακος.
delta 831
Δυσξύμβολα · δυσνόητα.
delta 832
Δύσοδος · τραχεῖα, δυσχερῆ διάβασιν ἔχουσα.
delta 833
Δυσοίζου{σα} · ἄγαν ὑπόπτευε καὶ οἰωνίζου.
delta 834
Δυσόμοια · ἀνόμοια. Στράττις (fr. 75 K.).
delta 835
Δυσοίκτου · δυσθρηνήτου.
delta 836
Δύσοιστος · δυσφόρητος.
delta 837
Δύσοιμος · δύσοδος, οἷον ἐπὶ κακῷ ἄγουσα.
delta 838
Δυσόρφναια · μέλανα.
delta 839
Δύσοσμος · δυσώδης.
delta 840
Δυσπαίπαλος · τραχεῖα.
delta 841
Δυσπάλαιστος · δυσκαταγώνιστος. οὕτως Εὐριπίδης (Alc. 889).
delta 842
Δύσπαρι (Γ 39)· ἐπὶ κακῷ ὠνομασμένε, οἷον ζήσας ὡς Πάρις, δυσώνυμε. καὶ δυσπάριτον χωρίον · τὸ ἄβατον. οὕτως Ξενοφῶν ἐν τῇ Ἀναβάσει (4, 1, 25).
delta 843
Δυσπέμφελον · δυσάρεστον, χαλεπόν, μεμψίμοιρον.
delta 844
Δυσπετοῦντα · κακῶς πάσχοντα.
delta 845
Δυσπετής · δυσχερής.
delta 846
Δυσπόριστον · δυσεύρετον.
delta 847
Δυσπρόσιτα · δυσχερῆ ἐγγισθῆναι.
delta 848
Δυσποτμότερον · ἀθλιώτερον.
delta 849
Δυστεκμαρτότερον · δυσκαταληπτότερον.
delta 850
Δύστηνος · ταλαίπωρος, δυστυχής, ἄθλιος.
delta 851
Δύστροπον · σκολιόν, δυσάρεστον.
delta 852
Δυστόπαστος · κακοϋπονόητος.
delta 853
Δυστοπώτατα · δυσχερέστατα.
delta 854
Δυστράπελος · δύστροπος, ἄμορφος, δυσμετάθετος.
delta 855
Δυσφώρατος · δυσκόλως ἐλεγχόμενος. {ἢ ὁ κακῶς ὑφορώμενος καὶ ὑπονοῶν}.
delta 856
Δυσχεραίνειν · μισεῖν.
delta 857
Δυσώνυμος · κακώνυμος.
delta 858
Δυσωπεῖσθαι · ὑφορᾶσθαι καὶ ὑπόπτως ἔχειν, φοβεῖσθαι μεθʼ ὑπονοίας.
delta 859
〈 Δυσωπεῖσθαι · ὑφορᾶσθαι, φοβεῖσθαι μεθʼ ὑπονοίας, σκυθρωπάζειν〉. ἔνιοι δέ, εἰ καὶ μὴ τῶν Ἀττικῶν, ἀντὶ τοῦ αἰδεῖσθαι. ἡ δὲ συνήθεια καὶ ἐπὶ τοῦ ἱκετεύειν καὶ παρακαλεῖν κέχρηται.
delta 860
Δυσωποῦμαι · Δημοσθένης 〈ἐν Φιλιππικοῖσ〉 (9, 65) καὶ Ξενοφῶν 〈ἐν Ἀπομνημονεύμασιν〉 (2, 1, 4) ἀντὶ τοῦ φοβοῦμαι.
delta 861
Δύω · καὶ ἐν τῷ ω δύω λέγουσιν ἑκατέρως.
delta 862
Δῶ · κατὰ ἀποκοπὴν δῶμα, οἶκος.
delta 863
Δωδωναῖος · ὁ Ζεύς, παρόσον ἐν Δωδώνῃ τῆς Θεσπρωτίας τιμᾶται.
delta 864
Δωδώνη · πόλις ἐν τῇ Θεσπρωτίᾳ Πελασγία.
delta 865
Δωδεκάκρουνος · κρήνη Ἀθήνησιν, ἣν Θουκυδίδης Ἐννεάκρουνον (2, 15, 5).
delta 866
Δωδωναῖον χαλκεῖον · Δήμων μέν φησι (FGrHist 327 F 20) ἐν τῇ Δωδώνῃ πολλῶν παραλλήλων κειμένων λεβήτων, ὅταν τις ἑνὸς ἅψηται, ἐκ διαδοχῆς πάντας ἠχεῖν. †Ἀριστοτέλης† δὲ ὡς πλάσμα διελέγχων δύο φησὶ στύλους εἶναι καὶ ἐπὶ μὲν τοῦ ἑτέρου λέβητα, ἐπὶ θατέρου δὲ παῖδα κρατοῦντα μάστιγα, ἧς τοὺς ἱμάντας χαλκέους ὄντας σειομένους ὑπʼ ἀνέμου τῷ λέβητι προσκρούειν, τὸν δὲ τυπτόμενον ἠχεῖν. κέχρηται τῇ παροιμίᾳ Μένανδρος Αὐλητρίσι (fr. 60, 3 K.—Th.). 〈 *** 〉 πρὸς Δήμωνα. εἰ πολλοὶ ἦσαν, οὐκ ἂν ἑνικῶς ἐλέγετο ἡ παροιμία.
delta 867
Δωδεκῇδες · θυσίαι δώδεκα ἱερείων, ὡς τριττύς, ἡ ἐκ τριῶν.
delta 868
Δωδεκαμήχανος · πόρνη δώδεκα σχήμασι χρωμένη, Κυρήνη τὸ ὄνομα.
delta 869
Δωμάτιον · οἰκημάτιον.
delta 870
Δωριάζειν · παραγυμνοῦσθαι· Δωρικὸν γάρ ἐστι τὸ παραφαίνειν τὸ σῶμα διὰ τὸ μηδὲ ζώνας ἔχειν, τὸ πολὺ δὲ χιτῶνας φορεῖν. ἐν δὲ Σπάρτῃ καὶ τὰς κόρας γυμνὰς φαίνεσθαι.
delta 871
Δωρογραφή · ὅταν τις αἰτίαν ἔχοι τῶν πολιτευομένων δῶρα λαβεῖν, τὸ ἔγκλημα τὸ κατʼ αὐτοῦ διχῇ ἐλέγετο, δωροδοκία τε καὶ δώρων γραφή.
delta 872
Δωροδοκήσας · δῶρα λαβών.
delta 873
Δωροδόκος · δῶρα δεχόμενος.
delta 874
Δωροδόκησιν · τὴν δωροδοκίαν. Θουκυδίδης (5, 16, 3).
delta 875
Δωροξενία · ὅταν τις γραφεὶς ξενίας καὶ δῶρα δοὺς ἐκφύγῃ τὴν συκοφαντίαν, δωροξενία λέγεται.
delta 876
Δῶρα θεοὺς πείθει καὶ αἰδοίους βασιλῆας.
delta 877
Δειλὸν ὁ πλοῦτος · παρόσον οἱ πλούσιοι τὰς οἰκίας ἀσφαλίζονται καὶ κύνας τρέφουσι καὶ πολλὰς αὑτῶν ποιοῦνται φυλακάς.
delta 878
Δωριάζειν · τὸ παραφαίνειν καὶ παραγυμνοῦν πολὺ τοῦ σώματος· αἱ γὰρ κατὰ Πελοπόννησον κόραι διημέρευον ἄζωστοι καὶ ἀχίτωνες, ἱμάτιον μόνον ἐπὶ θάτερα ἐπιπεπορπημέναι.